Αρχιτεκτονική

Αρχιτεκτονική. Επιστήμη που αναφέρεται στην τέχνη της οικοδομικής και στους διάφορους ρυθμούς της.

 Ο όρος στην ευρύτερη έννοιά του, σημαίνει την τεχνική και την επιστήμη της κατασκευής. Όπως δείχνει η ετυμολογία του, ο όρος αρχιτέκτονας προϋπόθετε ήδη στην αρχαία Ελλάδα μια δραστηριότητα, η οποία απαιτούσε όχι μόνο τις ικανότητες ενός ατόμου που είχε την ευθύνη της κατασκευής, αλλά και το συντονισμό της εργασίας πολλών ατόμων και του συνόλου των ικανοτήτων τους. Γι’ αυτό ο ρόλος του αρχιτέκτονα εμφανίζεται , ήδη από την αρχή, να είναι συνδεμένος άμεσα με την ικανότητα ενός ατόμου όχι να κατασκευάζει υλικώς , αλλά να σχεδιάζει και συνεπώς να προβλέπει και να διευθύνει ως το τελικό αποτέλεσμα μια πολυσύνθετη σειρά ενεργειών που εκτελούν ειδικευμένοι επαγγελματίες. Χιλιάδες χρόνια φαίνεται ότι δε γινόταν σαφής διαχωρισμός μεταξύ της εργασίας του μηχανικού και της εργασίας που κάνει σήμερα ο αρχιτέκτονας.

 Ο αρχαίος ΄Ελληνας αρχιτέκτονας είναι και γλύπτης. Του εμπιστεύονται γενικά τη διεύθυνση του συνόλου των εργασιών που καλύπτουν σήμερα τις αρμοδιότητες του επιχειρηματία και του αρχιτέκτονα. Στη ρωμαϊκή εποχή ,η σπουδαιότητα των μεγάλων κοινωφελών έργων και η τελειοποίηση της τεχνικής των κατασκευών διευρύνουν ακόμα ακόμα περισσότερο το ρόλο του αρχιτέκτονα, ο οποίος επιφορτίζεται όχι μόνο με το σχέδιο και παρά ένας ειδικευμένος τεχνίτης που έχει επιλεγεί σαν αρχιμάστορας και συνεργάζεται, κάποτε πολύ στενά ,με τους ιδιοκτήτες –εκκλησιαστικούς π. χ. –των οποίων οι γνώσεις και οι αρμοδιότητες είναι κάποτε πολύ μεγάλες και παίζουν αποφασιστικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα.

     Σιγά –σιγά όμως οι τεχνικές γνώσεις και το κύρος των αρχιτεκτόνων μεγαλώνουν. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα στη ρομανική και κυρίως στη γοτθική περίοδο. Στην ιταλική Αναγέννηση εμφανίζονται σε πρώτο πλάνο αρχιτέκτονες με πολύ διαφορετική κατάρτιση ,πολλοί από τους οποίους είναι γλύπτες ή ζωγράφοι. Πράγματι , δύο τάσεις διαμορφώνονται : η πρώτη αποβλέπει να ανυψώσει τον αρχιτέκτονα γενικά πάνω από το επαγγελματικό πλαίσιο των μεσαιωνικών συντεχνιών, η δεύτερη είναι προάγγελος του διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων- μολονότι αυτό φαίνεται να έρχεται σε αντίφαση με το καθολικό πνεύμα ενός Μιχαήλ- Αγγέλου και ενός Λεονάρντο ντα Βίντσι- στα επαγγέλματα τα οποία συνεργάζονται για την οικοδόμηση των κτιρίων που θεωρούνται εξαιρετικής σπουδαιότητας. Μετά την Αναγέννηση, οι όροι αρχιτέκτονες και α. σημαίνουν ολοένα και συχνότερα μόνο την τέχνη της κατασκευής , με τη δημιουργία ιδιαίτερων αισθητικών μορφών, κατάλληλων χώρων για τις σημαντικότερες πρακτικές και πνευματικές ανάγκες της ανθρώπινης ζωής. Η α. από δω κι εμπρός θεωρείται μία από τις <καλές τέχνες> και το έργο της χρησιμοποίησης της κάθε τεχνικής που αποβλέπει στο να θέσει τις δυνάμεις της φύσης στην υπηρεσία του ανθρώπου, θα είναι στο εξής έργο του μηχανικού. Μόνο όμως στο τέλος του 19ου αι. καθιερώθηκε επίσημα, σε διασκέψεις και συνέδρια, ο οριστικός επαγγελματικός διαχωρισμός μεταξύ αρχιτέκτονα και μηχανικού. Αλλά κάθε φορά που έγινε αποδεκτό ότι η τέχνη της οικοδόμησης δεν μπορεί να μην έχει πλήρη και ακριβή ενημέρωση σχετικά με τα μέσα παραγωγής και τις κοινωνικές τους συνέπειες, κάθε φορά συνεπώς που αρνείται να θεωρήσει τον , <οικοδομημένο χώρο> σαν κάτι ανεξάρτητο ή απομονωμένο από τις υπόλοιπες ανθρώπινες δραστηριότητες, η α. συνδέεται αναγκαστικά με τηΑπομονωμένο από τις υπόλοιπες ανθρώπινες δραστηριότητες, η αρχιτεκτονική συνδέεται αναγκαστικά με τη μηχανική από τη μια μεριά και με τις τέχνες από την άλλη, ανανεώνοντας σε βάθος τις οικοδομικές της μεθόδους και τις γνωστικές της προϋποθέσεις. Γι’ αυτό σήμερα με τον όρο αρχιτεκτονική εννοούμε γενικά την τέχνη του προσδιορισμού, με σχετικά σταθερές υλικές διαρθρώσεις, των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων που προορίζονται για τις διάφορες μορφές της ανθρώπινης ζωής. Συνεπώς η αρχιτεκτονική τείνει να διαφοροποιηθεί από το επάγγελμα του μηχανικού και από την απλή οικοδομική, κυρίως με την ανώτερη επίγνωση που έχει μιας αξίας, ηθικής και κοινωνικής, των μορφών που δημιουργεί. Τείνει επίσης να ταυτιστεί με την πολεοδομία εξαιτίας της κοινής ανάγκης αρμονικής διάταξης των μερών σε ένα οργανικό σύνολο μεγάλης κοινωνικής σπουδαιότητας. Στο χώρο της α. υπάγονται η κατασκευή αστικών και θρησκευτικών οικοδομών, η διαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων <και γι’ αυτό το λόγο και η τέχνη της επίπλωσης και διακόσμησης >, ενώ ιστορικά δημιουργήθηκε και μια άνθηση στρατιωτικής αρχιτεκτονική <ιδιαίτερα στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση, όταν φρούρια, πύργοι και οχυρά έπρεπε όχι μόνο να είναι μέσα άμυνας, αλλά και μνημειώδης έκφραση μεγαλείου και ισχύος> .Γι’ αυτό μπορεί να λεχθεί ότι η α. εξέφρασε πάντα όχι μόνο την προσωπική ποιητική ιδιοσυγκρασία του κάθε καλλιτέχνη, αλλά, και κατά τον πιο άμεσο τρόπο, και του συστήματος των κοινωνικών, οικονομικών και ιδεολογικών σχέσεων, από τις οποίες προήλθε. Τα έργα της α. επιτρέπουν  πράγματι να <διαβάσουμε > τις περιπέτειες ενός πολιτισμού κατά συγκεκριμένο και άμεσο τρόπο, και η ιστορία τους είναι από τις πιο περίπλοκες και ταυτόχρονα από τις πιο ενδιαφέρουσες και πλούσιες σε περιεχόμενο.  

Ιστορία-Αρκετά γρήγορα έγινε μια διαφοροποίηση ανάμεσα στα έργα που είχαν μνημειακό χαρακτήρα, σ’ εκείνα δηλαδή που προορίζονται να εξυπηρετήσουν θρησκευτικές, ταφικές η πολιτικές ανάγκες, και στην οικιακή ή ωφελιμιστική οικοδομική, η οποία δεν υπέστη     περισσότερο το ρόλο του αρχιτέκτονα, ο οποίος επιφορτίζεται όχι μόνο με το σχέδιο και παρά ένας ειδικευμένος τεχνίτης που έχει επιλεγεί σαν αρχιμάστορας και συνεργάζεται, κάποτε πολύ στενά ,με τους ιδιοκτήτες –εκκλησιαστικούς π. χ. –των οποίων οι γνώσεις και οι αρμοδιότητες είναι κάποτε πολύ μεγάλες και παίζουν αποφασιστικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα.

 Σιγά –σιγά όμως οι τεχνικές γνώσεις και το κύρος των αρχιτεκτόνων μεγαλώνουν. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα στη ρομανική και κυρίως στη γοτθική περίοδο. Στην ιταλική Αναγέννηση εμφανίζονται σε πρώτο πλάνο αρχιτέκτονες με πολύ διαφορετική κατάρτιση ,πολλοί από τους οποίους είναι γλύπτες ή ζωγράφοι. Πράγματι , δύο τάσεις διαμορφώνονται : η πρώτη αποβλέπει να ανυψώσει τον αρχιτέκτονα γενικά πάνω από το επαγγελματικό πλαίσιο των μεσαιωνικών συντεχνιών, η δεύτερη είναι προάγγελος του διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων- μολονότι αυτό φαίνεται να έρχεται σε αντίφαση με το καθολικό πνεύμα ενός Μιχαήλ- Αγγέλου και ενός Λεονάρντο ντα Βίντσι- στα επαγγέλματα τα οποία συνεργάζονται για την οικοδόμηση των κτιρίων που θεωρούνται εξαιρετικής σπουδαιότητας. Μετά την Αναγέννηση, οι όροι αρχιτέκτονες και α. σημαίνουν ολοένα και συχνότερα μόνο την τέχνη της κατασκευής , με τη δημιουργία ιδιαίτερων αισθητικών μορφών, κατάλληλων χώρων για τις σημαντικότερες πρακτικές και πνευματικές ανάγκες της ανθρώπινης ζωής. Η α. από δω κι εμπρός θεωρείται μία από τις <καλές τέχνες> και το έργο της χρησιμοποίησης της κάθε τεχνικής που αποβλέπει στο να θέσει τις δυνάμεις της φύσης στην υπηρεσία του ανθρώπου, θα είναι στο εξής έργο του μηχανικού. Μόνο όμως στο τέλος του 19ου αι. καθιερώθηκε επίσημα, σε διασκέψεις και συνέδρια, ο οριστικός επαγγελματικός διαχωρισμός μεταξύ αρχιτέκτονα και μηχανικού. Αλλά κάθε φορά που έγινε αποδεκτό ότι η τέχνη της οικοδόμησης δεν μπορεί να μην έχει πλήρη και ακριβή ενημέρωση σχετικά με τα μέσα παραγωγής και τις κοινωνικές τους συνέπειες, κάθε φορά συνεπώς που αρνείται να θεωρήσει τον , <οικοδομημένο χώρο> σαν κάτι ανεξάρτητο ή απομονωμένο από τις υπόλοιπες ανθρώπινες δραστηριότητες, η αρχιτεκτονική συνδέεται αναγκαστικά με τη μηχανική από τη μια μεριά και με τις τέχνες από την άλλη, ανανεώνοντας σε βάθος τις οικοδομικές της μεθόδους και τις γνωστικές της προϋποθέσεις. Γι’ αυτό σήμερα με τον όρο α. εννοούμε γενικά την τέχνη του προσδιορισμού, με σχετικά σταθερές υλικές διαρθρώσεις, των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων που προορίζονται για τις διάφορες μορφές της ανθρώπινης ζωής. Συνεπώς η α. τείνει να διαφοροποιηθεί από το επάγγελμα του μηχανικού και από την απλή οικοδομική, κυρίως με την ανώτερη επίγνωση που έχει μιας αξίας, ηθικής και κοινωνικής, των μορφών που δημιουργεί. Τείνει επίσης να ταυτιστεί με την πολεοδομία εξαιτίας της κοινής ανάγκης αρμονικής διάταξης των μερών σε ένα οργανικό σύνολο μεγάλης κοινωνικής σπουδαιότητας. Στο χώρο της α. υπάγονται η κατασκευή αστικών και θρησκευτικών οικοδομών, η διαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων <και γι’ αυτό το λόγο και η τέχνη της επίπλωσης και διακόσμησης >, ενώ ιστορικά δημιουργήθηκε και μια άνθηση στρατιωτικής α. <ιδιαίτερα στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση, όταν φρούρια, πύργοι και οχυρά έπρεπε όχι μόνο να είναι μέσα άμυνας, αλλά και μνημειώδης έκφραση μεγαλείου και ισχύος> .Γι’ αυτό μπορεί να λεχθεί ότι η α. εξέφρασε πάντα όχι μόνο την προσωπική ποιητική ιδιοσυγκρασία του κάθε καλλιτέχνη, αλλά, και κατά τον πιο άμεσο τρόπο, και του συστήματος των κοινωνικών, οικονομικών και ιδεολογικών σχέσεων, από τις οποίες προήλθε. Τα έργα της α. επιτρέπουν  πράγματι να <διαβάσουμε > τις περιπέτειες ενός πολιτισμού κατά συγκεκριμένο και άμεσο τρόπο, και η ιστορία τους είναι από τις πιο περίπλοκες και ταυτόχρονα από τις πιο ενδιαφέρουσες και πλούσιες σε περιεχόμενο.  

    Ιστορία-Αρκετά γρήγορα έγινε μια διαφοροποίηση ανάμεσα στα έργα που είχαν μνημειακό χαρακτήρα, σ’ εκείνα δηλαδή που προορίζονται να εξυπηρετήσουν θρησκευτικές, ταφικές η πολιτικές ανάγκες, και στην οικιακή ή ωφελιμιστική οικοδομική, η οποία δεν υπέστη αλλαγές.     

Joomla templates by a4joomla