Κάστρα

 Η λέξη Κάστρο προέρχεται από το λατινικό castellum υποκοριστικό του castrumκαι υποδηλώνει ,στη ρωμαϊκή ονοματολογία, ένα οχυρό περιορισμένων σχετικά διαστάσεων. Οι δύο αυτοί όροι, ωστόσο δε χρησιμοποιήθηκαν πάντα με την απόλυτη έννοιά τους. Ο ίδιος ο Ιούλιος  Καίσαρ τους μεταχειρίζεται αδιάκριτα, παραβλέποντας την έκταση και την ποιότητα των οχυρώσεων στις οποίες αναφέρονται. Η λέξη συναντιέται με διάφορες μορφές, σε όλες σχεδόν τις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες και έχει γίνει αποδεκτή και στα ελληνικά, όπως άλλωστε και η λέξη καστέλι, από τα μεσαιωνικά ήδη χρόνια. Με τη λέξη κάστρο εννοούμε σήμερα, στα ελληνικά , κάθε μορφής φρουριακή κατασκευή των μέσων και νεότερων χρόνων, εκτός από τα τείχη των μεγάλων περιτειχισμένων πόλεων. Αλλά και σ' αυτήν ακόμα την περίπτωση υπάρχει ένα παράδειγμα όπου η λέξη αποτέλεσε ονομασία για μια ολόκληρη πόλη:  πρόκειται για το κάστρο της Κρήτης, δηλαδή το Ηράκλειο. Στις δυτικοευρωπαϊκές πάντως γλώσσες  η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως  για τις οχειρές κατοικίες των φεουδαρχών του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης πράγμα που δεν ισχύει εξίσου για την Ανατολή.

Το ρωμαϊκό castellum είχε αρχικά χαρακτήρα προσωρινό και ήταν περισσότερο τακτικό μέσο επίθεσης παρά άμυνας . τα μόνιμα κάστρα αντίθετα υψώνονταν κατά μήκος των οχυρωμένων συνόρων της αυτοκρατορίας, για την προστασία νευραλγικών σημείων και την επιτήρηση των δρόμων που οδηγούσαν στα εχθρικά εδάφη. Υπενθυμίζουμε τα castellaτου Ντιβίτια κοντά στην Κολωνία και αυτά που βρίσκονται κοντά στη Μαγεντία και στο Μαίστριχτ. Τα μόνιμα κάστρα αποτελούνταν, την εποχή αυτή , από ορθογωνικούς χτιστούς περίβολους ενισχυμένους με πύργους , ο αριθμός και η διάταξη των οποίων ποίκιλλαν ανάλογα με τις περιπτώσεις και τις συνθήκες. Το τείχος εξάλλου προστατευόταν εξωτερικά από ευρεία αμυντική τάφρο.

Η τυπική μορφή του κάστρου , σαν οχυρής φεουδαρχικής κατοικίας, γεννήθηκε κατά τον Μεσαίωνα στη Ευρώπη. Από τον 7ο ως το 12ο αι. πρόβαλλαν κυρίως στην ύπαιθρο, απομονωμένα , σε υψώματα που δέσποζαν των γύρω περιοχών , ή σε τόπους , όπου υπήρχαν υπολείμματα προρωμαϊκών ακροπόλεων ή ακόμα και ρωμαϊκά κάστρα . Μερικές φορές μετατράπηκαν σε κάστρα περίφημα μνημεία της ρωμαϊκής αρχαιότητας. Το Μαυσωλείο του Αδριανού έγινε  Καστέλ Σαντ’ Αντζελο και της καικιλίας Μετέλης, Καστέλ Καετάνι. Το κάστρο στη μορφή που περιγράφουμε εδώ και όπως εξελίχτηκε  κατά την διάρκεια των Μεσαιωνικών χρόνων, αποτελείται από τρία βασικά στοιχεία: το τείχος , τον κύριο πύργο και την κατοικία του άρχοντα. Τα δύο πρώτα στοιχεία βρίσκονταν σε ευχερή επικοινωνία με το τρίτο για να μπορούν να το προστατεύουν. Στο Βυζάντιο το κάστρο είχε καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα και αποστολή την προστασία της αυτοκρατορίας από τις επιδρομές των διάφορων βαρβαρικών φύλων. Οι βυζαντινές πόλεις ήταν κατά κανόνα περιτειχισμένες ολόκληρες- με κορυφαίο παράδειγμα το τείχος της Κωνσταντινούπολης ή προστατεύονταν πάντως από κάποιο κάστρο, μέσα στο οποίο υπήρχαν τα οικήματα της φρουράς οι δεξαμενές του νερού ,αποθήκες και κατοικίες του στρατηγού και των αξιωματικών. Σημαντικά κατάλοιπα βυζαντινών τειχών στην κυρίως Ελλάδα βρίσκουμε στην Θεσσαλονίκη και αξιόλογα βυζαντινά κάστρα στη Μονεμβασία, στο Γεράκι, στον Ακροκόρινθο, στο Μιστρά , το Αγγελόκαστρο στην Κέρκυρα , στο Διδυμότειχο κλπ. Στα περισσότερα, πάντως απ’ αυτά , εκτός από τα στοιχεία που ήδη αναφέραμε ,περιλαμβάνονταν και μικροί οικισμοί.

 Εξάλλου όπως και στη Δύση, έτσι και στην Ελλάδα, βυζαντινά κάστρα χτίστηκαν πάνω σε   αρχαία ελληνικά φρούρια όπως στην Άρτα, πράγμα που εξηγείται εύκολα από το γεγονός, ότι οι φύσει οχυρές θέσεις είχαν ήδη επισημανθεί και κατοικηθεί  από την αρχαιότητα, ενώ τα πολεμικά μέσα της εποχής παράμεναν βασικά τα ίδια.

Η μορφή του κάστρου- οχυρής κατοικίας μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και στην Ανατολή γενικότερα από τους Σταυροφόρους. Στην Ελλάδα μετά την άλωση της Πόλης, το 1204, και την ίδρυση των φραγκικών ηγεμονιών ιδρύονται και πολλά νέα κάστρα για να χρησιμεύσουν και σαν κατοικίες των Φράγκων βαρόνων, αλλά και για την εξασφάλιση της κυριαρχίας τους. Έτσι χτίζεται το γνωστό και επιβλητικό Χλεμούτσι στη Κυλλήνη που ήταν η κατοικία και το προσωπικό κάστρο των Βιλλαρδουίνων, τα κάστρα της Καρίταινας, του Πασσαβά, της Θήβας, που  φημιζόταν σαν το ωραιότερο, και πολλά άλλα. Σε πολλές περιπτώσεις φυσικά χρησιμοποιήθηκαν κάστρα που υπήρχαν όπως στην Πάτρα και στην Καλαμάτα. Κάστρα χτίζονται και στα νησιά, ή επισκευάζονται και επεκτείνονται υπάρχοντα, τόσο του Ιονίου όσο και του Αιγαίου, που επίσης κυριεύονται και αποτελούν, είτε ένα –ένα είτε κατά μικρές ομάδες , ανεξάρτητες ηγεμονίες. Κάστρα, τέλος , χτίζονται και από διάφορα ιπποτικά τάγματα- Ναϊτες, Τεύτονες κλπ.- στη Ρόδο, στην Κύπρο και στην Παλαιστίνη, για να στηρίξουν εκεί τους Φράγκους και να εξασφαλίσουν τα λιμάνια και τις επικοινωνίες με το εσωτερικό. Περιφημότερο απ’ αυτά, και σαν έργο καθαυτό αλλά και για το ρόλο που διαδραμάτισε, είναι το λεγόμενο Κράκ των Ιπποτών στη Συρία, που διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση.

Το εξωτερικό τείχος  του κάστρου απλό αρχικά, ενισχύθηκε πολύ γρήγορα με πύργους στις γωνίες και σε κανονικές ενδιάμεσες αποστάσεις, που ονομάστηκαν μεταπύργια διαστήματα. Το ύψος των πύργων ήταν αρχικά πολύ μεγαλύτερο από το ύψος του τείχους, όπως βλέπουμε στα νορμανδικά κάστρα της Σικελίας, στα οποία σώζονται πύργοι ύψους τριάντα μέτρων. Το σχήμα τους εξάλλου ήταν ημικυκλικό, τετράγωνο ή ορθογώνιο, που μεταβάλλονταν ,με την πάροδο του χρόνου, σε πεντάγωνο, εξάγωνο ή και οκτάγωνο όπως το περίφημο Καστέλ ντελ Μόντε στην Απουλία. Στο ανώτερο τμήμα του τείχους διαμορφωνόταν ο διάδρομος κυκλοφορίας των πολεμιστών, ο οποίος προστατευόταν από ισχυρό στηθαίο, στο οποίοδημιουργούνταν κατά πυκνές κανονικές αποστάσεις οι τοξοθυρίδες, που του έδιναν το γνωστό μαιανδροειδές σχήμα. Στους πύργους εξάλλου , που συχνά ήταν στεγασμένοι με ξύλινες στέγες, τοποθετουνταν οι καταπέλτες και οι διάφορες άλλες, γενικά , βαλλιστικές μηχανές. Έξω από το τείχος κατασκεύαζαν συχνά ένα προτείχισμα και έξω από αυτό μια τάφρο, για την πρώτη άμυνα. Στο εσωτερικό εξάλλου κατασκεύαζαν δεύτερο τείχος, με την ίδια διάρθρωση του εξωτερικού, δημιουργώντας το λεγόμενο καταφύγιο, ώστε να υπάρχει μια ακόμα δυνατότητα άμυνας, η έσχατη, αν κυριευόταν το εξωτερικό τείχος. Οι πύργοι διευρύνονταν πολλές φορές στο επάνω μέρος , με τη βοήθεια μικρών προβολών, πάνω στους οποίους κατασκεύαζαν τοξύλλια  για να στηρίξουν το υπερκείμενο στηθαίο δημιουργούνταν έτσι προεξοχές του τείχους – οι βυζαντινοί τις ονόμαζαν τοξοβολικούς  εξώστες- που διευκόλυναν την άμυνα. Οι προεξοχές αυτές κατασκευάζονταν κάποτε και σε όλο το μήκος του τείχους. Ακόμα μεταξύ των λίθινων προβόλων, αφήνονταν κενά, μέσα από τα οποία έριχναν βλήματα εναντίον εκείνων που εξαπολύουν επίθεση καθώς και κάθε λογής υγρά, όπως νερό ή λάδι ζεματιστό, λιωμένο μολύβι, ρετσίνι αναμμένο κλπ., δημιουργώντας έτσι τις λεγόμενες ζεματίστρες που αργότερα περιορίστηκαν σε ορισμένα μόνο κρίσιμα σημεία, όπως πάνω από την είσοδο του κάστρου. Σημασία μεγάλη για την ασφάλεια του κάστρου είχε η είσοδος, που τοποθετούνταν γι’ αυτό μεταξύ δυο ισχυρών πύργων και το άνοιγμά της κλεινόταν με ισχυρότατα, επενδυμένα με μέταλλο θυρόφυλλα. Μπροστά της κατασκεύαζαν συχνά μια ανασυρόμενη γέφυρα, ώστε να μπορεί να διακοπεί κάθε επικοινωνία με την πέρα από την τάφρο περιοχή, άλλοτε πάλι, πίσω από την κύρια είσοδο υπήρχαν και άλλες που έκλειναν με κατακόρυφα κινούμενες θύρες. Τέτοιες κατασκευές σώζονται στο Χλεμούτσι και στη Μεθώνη.

 

Joomla templates by a4joomla