ΟΙΚΟΔΟΜΗ

Ιστορία. –Αρκετά γρήγορα έγινε μια διαφοροποίηση ανάμεσα στα έργα που είχαν μνημειακό χαρακτήρα, σ’ εκείνα δηλαδή που προορίζονται να εξυπηρετήσουν θρησκευτικές, ταφικές ή πολιτικές ανάγκες, και στην οικιακή ή ωφελιμιστική οικοδομική, η οποία δεν υπέστη πάντοτε με την επίδραση της τεχνικής που χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή των μνημείων. Ανάμεσα στις αρχαιότερες πραγματοποιήσεις της αρχιτεκτονικής πρέπει να αναφερθούν τα γιγαντιαία ντόλμεν προϊστορικά μνημεία που κατασκευάστηκαν την Τρίτη και τη δεύτερη χιλιετία π . χ. με την  τοποθέτηση τεράστιων πέτρινων πλακών πάνω σε κάθετες πέτρες. Η <στοίχιση>, μήκους εκατοντάδων μέτρων κάποτε [όπως στο Κάρνακ της Βρετάνης], μεγάλων βράχων, όρθιων και τοποθετημένων προς ορισμένη κατεύθυνση, τα <μενχίρ>, τεράστιες μεμονωμένες πέτρινες στήλες, που χρειάστηκαν ισχυρότατα μηχανικά μέσα για να μεταφερθούν και να στηθούν στη θέση που βρίσκονται.

 Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις σημασία έχει όχι τόσο η επεξεργασία, όσο η υπολογισμένη τοποθέτηση του υλικού, που δημιούργησε αρκετά ομοιογενή σύνολα, όπως τα μεγαλιθικά μνημεία της Μεγάλης Βρετανίας με κυκλική διάταξη, που το πιο ενδιαφέρον δείγμα τους βρίσκεται στο στοουνχεντζ, κοντά στο Σώλσμπερυ. Η οικιακή οικοδομική, αντίθετα, ως την πολύ νεότερη εποχή στηρίχτηκε , στη βόρεια Ευρώπη ,σε ξύλινες κατασκευές , με σχέδια κυρίως ορθογώνια , όμοια με τα σχέδια των σημερινών χωριάτικων οικοδομών. Κάποτε ήταν χτισμένες επάνω σε πασσαλώματα και, για λόγους ασφαλείας , σε λίμνες ή σε βάλτους. Ειδικά στις μεσογειακές περιοχές , ήταν διαδομένος και ένας τύπος κατοικίας με κυκλικό σχέδιο , με κωνική στέγη , κατά ένα μέρος με πέτρα και κατά ένα μέρος με ξύλο και ψαθί που, στην πιο εξελιγμένη μορφή της – όμοια με τις <νουράγες> της Σαρδηνίας – έπρεπε να μοιάζει με τους σημερινούς τρούλους του Αλμπερομπελο και άλλων περιοχών της Απουλίας . Στις αλπικές περιοχές υπάρχουν, από αρχαιότατη παράδοση, καλύβες κατασκευασμένες ολόκληρες από κορμούς δέντρων , πού είναι τοποθετημένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Η δεύτερη μεγάλη φάση της αρχιτεκτονικής χαρακτηρίζεται από την επεξεργασία του υλικού από προηγουμένως [πέτρα, βράχοι ]ή από την τεχνική του επεξεργασία [πλίθινα τούβλα, ψημένος πηλός κλπ.] Αυτό συνέβη στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία, γύρω στα 3000 π. χ., με το πέρασμα του χρόνου από την τοιχοποιία με πλιθιά στεγνωμένα στον ήλιο [ όπως συναντούνται ακόμα και σε πολλές αγροτικές οικοδομές στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη] στις σειρές από τούβλα που , πολλές φορές, για να πετύχουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα καλύπτουν με σμάλτο  [όπως στα μεγάλα βασιλικά ανάκτορα της Μεσοποταμίας , στις πύλες των πόλεων κλπ.] η στις τετραγωνισμένες πέτρες , που τις πελεκούσαν προηγουμένως στα λατομεία. Αυτό καταστούσε δυνατή μια μεγαλύτερη κανονικότητα στην εκτέλεση και παρείχε τα δυνατότητα να γίνουν οι διατάσεις όσο ή θελε κανείς μεγάλες , αφού τα όριά τους καθορίζονταν μόνο από την αντοχή των υλικών. Προκάλεσε όμως και μια εξειδίκευση της εργασίας, η οποία με τη σειρά της προϋπόθετε         αναπτυγμένη ικανότητα σχεδιασμού και κατάλληλη κοινωνική και οικονομική οργάνωση. Ακριβώς γι’ αυτό τα μεγάλα αρχιτεκτονικά έργα έμειναν για πολύ μεγάλο διάστημα προνόμιο των ιερατείων και των μεγάλων αρχόντων και σημείωσαν τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στους ναούς , στα βασιλικά ανάκτορα και –στις χώρες όπου η λατρεία των νεκρών ήταν ιδιαίτερα μεγαλοπρεπής – στους τάφους. Στη Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο , όπου οι γεωμετρικές γνώσεις είχαν αναπτυχτεί περισσότερο ακόμα και για λόγους συμβολικούς , <δηλαδή για να αντιστοιχεί το οικοδόμημα στη δομή που πίστευαν ότι είχε το σύμπαν και να αναπαρασταίνει τα μέρη του> δοκιμάστηκαν περίπλοκα συστήματα αναλογιών, δημιουργήθηκαν επίσης καθαρά γεωμετρικές μορφές , <όπως στις πυραμίδες > ή μνημεία εξαιρετικά αντιπροσωπευτικά, όπως τα  <ζίκουρατ >,μεγάλοι πυργοειδείς ναοί με πολλούς ορόφους , στους  οποίους  ανέβαιναν με κλίμακες και των οποίων η ανάμνηση διατηρήθηκε για πολύ καιρό στη βιβλική αφήγηση  για τον Πύργο της Βαβέλ.                                                              

 

 Η μεσογειακή αρχιτεκτονική έδωσε ,αντίθετα, τα αριστουργήματά της στους ελληνικούς ναούς, που στην πιο εξελιγμένη μορφή τους μια συνεχής σειρά κιόνων, υπολογισμένων με ακρίβεια στη μορφή και στις διαστάσεις, περιβάλει ένα σηκό με απλούστερο χτίσιμο. Κάθε αρχιτεκτονικό στοιχείο ξεχωρίζει καθαρά, με τον προορισμό του και ποικίλει ανάλογα με τον αρχιτεκτονικό ρυθμό του συνόλου. Οι διαστάσεις δεν ήταν γιγαντιαίες, αλλά σε αντιστάθμισμα ο αρχιτέκτονας έλαβε υπόψη του την ανάγκη ενδεχόμενων διορθώσεων προοπτικής για να την κάνει να φαίνεται πιο αρμονική. Η χρησιμοποίηση της γλυπτικής στα διαζώματα και στα αετώματα και των πολύχρωμων διακοσμήσεων ,που σήμερα έχουν τελείως χαθεί, απόχτησε μεγάλη σπουδαιότητα                                                                                

 Η ελληνορωμαϊκή οικία, διαιρεμένη σε διάφορους χώρους, γύρω στο μεγάλο αίθριο και στον κήπο, διατηρήθηκε το ίδιο απλή, στην κατασκευή της . Οι ανασκαφές του Ηράκλειου και της Πομπηίας αποκάλυψαν εκτεταμένη χρήση ξύλινων χωρισμάτων, ενδιάμεσων τοίχων, πολύφυλλων  θυρών. Μια αποφασιστικής σημασίας καινοτομία, που διαδόθηκε στη διάρκεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και που άλλαξε σημαντικά τα οικοδομικά συστήματα, ενώνοντας σε ένα ενιαίο σύνολο τις κατασκευές, ήταν η χρησιμοποίηση του θόλου, που επέτρεψε να καλυφτούν ευρύτατοι χώροι, αλλά και δημιούργησε την ανάγκη ισχυρών ενισχυτικών τοιχωμάτων. Τα σημαντικότερα δείγματα κτιρίων στεγασμένων με θόλους της περιόδου αυτής τα συναντούμε στις μεγάλες θέρμες της Ρώμης και στην έπαυλη του Αδριανού κοντά στο Τίβολι.                                                                 

Για λόγους στατικής οι Ρωμαίοι αρχιτέκτονες επινόησαν νέα συστήματα για να κάνουν ελαφρότερους τους θόλους. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησαν και ένα ειδικό οικοδομικό υλικό, υο οποίο αποτελούνταν από στοιχεία οπτής γης, κενά στο εσωτερικό τους. Τυπικό δείγμα οικοδομήματος, για το θόλο του οποίου χρησιμοποιήθηκε το υλικό αυτό, είναι το Μαυσωλείο της Αγίας Ελένης στη Λαβικανή οδό της Ρώμης, που ακριβώς γι’ αυτό το χαρακτηριστικό του γνώρισμα ονομάστηκε TorPignatarra< Πύργος από οπτή γη >.

Η κατασκευή κτιρίων με κυκλική κάτοψη με τοίχους καμπυλόγραμμους και με θολωτή στέγη ευνόησαν την ανάπτυξη των θόλων. Ονομαστά δείγματα ρωμαϊκών οικοδομών με κυκλική κάτοψη, στεγασμένων με θόλο, είναι το Πάνθεο και ο Ναός της Μινέρβα Μέντικα < Αθηνάς > στη Ρώμη.

Με αυτόν τον τύπο κατασκευής συνδέονται βυζαντινά οικοδομήματα, όπως ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Ουσιώδη χαρακτηριστικά των βυζαντινών εκκλησιών είναι η ευρύτητα του στεγασμένου κλίτους και η φωτεινότητά του που τονίζεται από πολύχρωμα ψηφιδωτά, πολύτιμα μάρμαρα, γύψινα διακοσμητικά στοιχεία και από αλαβάστρινες πλάκες.

Η Δύση αντίθετα προτιμά εκκλησίες με κάτοψη βασιλικής, οι οποίες αποτελούνται από τρία μεγάλα ορθογώνια κλίτη, χωρισμένα από κίονες με τόξα ή επιστύλια και που τελειώνουν σε μια ή περισσότερες αψίδες. Αυτές σκεπάζονται συνήθως με μια ξύλινη οροφή και συνεπώς παρουσιάζουν μικρότερες δυσκολίες στην κατασκευή τους. Δε λείπουν όμως και εδώ οικοδομήματα με κυκλικές κατόψεις <Σαν Βιτάλε της Ραβέννας, Σαν Λορέντζο του Μιλάνο, Καπέλα Παλατίνα του Άαχεν > που κάποτε χρησιμοποιούνται και σαν αίθουσες του θρόνου. Το σχήμα αυτό συνηθίζεται πολύ στα βαπτιστήρια.

Το Μεσαίωνα η γενική τάση είναι προς την συμπαγέστερη τοιχοποιία, με λίγα παράθυρα, η χρήση του θόλου είναι σπάνια. Η οικιακή οικοδομική χρησιμοποιεί κυρίως την πέτρα. Δε λείπουν οι σωτήριες προσπάθειες σωστής πολεοδομίας και στις πόλεις που χτίστηκαν  για στρατιωτικούς σκοπούς, μια υποδειγματική κατανομή των βοηθητικών χώρων <τουαλέτες, μπάνια ,κουζίνες κλπ. >βρίσκουμε στα μοναστήρια, που διαρκώς γίνονται και πιο επιβλητικά και οργανωμένα πολλές φορές σαν αληθινές πόλεις <το μοναστήρι π.χ. του Σαιν Γκαλ στην Ελβετία και του Κλυνύ στη Γαλλία >και στους πύργους της Απουλίας και της Γαλλίας.

Μια νέα καμπή αποτελεί ο γοτθικός ρυθμός, που η κληρονομία του είναι και σήμερα ζωντανή, όχι τόσο για το διακοσμητικό πλούτο του, όσο για την προηγμένη τεχνική της κατασκευής και την τελειότητα των υπολογισμών των σχετικών με την αντοχή στο βάρος, στον άνεμο κλπ. Οι θόλοι που γίνονται ολοένα μεγαλύτεροι και ψηλότεροι, σε συμπαγείς τοίχους, υποβαστάζονται από παραστάδες ή δέσμες από κίονες, ανάμεσα στις οποίες υπάρχει μερικές φορές, μόνο μια τζαμαρία. Το οικοδόμημα γίνεται εξάλλου ένας δυναμικός οργανισμός, που βρίσκει την ισορροπία του σ’ ένα σύστημα αντίθετων ωθήσεων τέλεια υπολογισμένων. Επειδή αυτό συνεπάγεται και μια σημαντική οικονομία υλικών και επεξεργασία τους, οι καθεδρικοί ναοί μπορούν να γίνονται ευρυχωρότατοι, έτσι που να δέχονται ολόκληρο τον πληθυσμό των αστικών κέντρων, που ήδη έχουν σημαντικά μεγαλώσει.

Τα καλύτερα δείγματα του είδους είναι οι καθεδρικοί ναοί της Σαρτρ,της Ρενς, της Μπουρζ, της Αμιένης του Μπωβαί κλπ. Οι αρχιτέκτονες αποκτούν την πιο μεγάλη εκτίμηση, διευθύνουν με τους βοηθούς τους το εργοτάξιο, υπογράφουν με υπερηφάνεια τα έργα τους, διαλέγουν τους ζωγράφους σαν σύμβουλοι των αρχόντων στις μεγαλύτερες πόλεις. Οι τεχνίτες που απόχτησαν μεγάλη πείρα από την εργασία τους σ’ αυτά τα μεγάλα εργοτάξια, συμβάλλουν, έστω και σε μικρότερο βαθμό, στην ανανέωση της ιδιωτικής οικοδομικής. Οι δημοτικές αρχές εφοδιάζουν τις πόλεις με νοσοκομεία ,με υπνωτήρια, με σχολεία, με υδραγωγεία, με βρύσες , με οχυρώσεις κλπ. Στη γοτθική αρχιτεκτονική οφείλονται και συνθετότεροι μηχανισμοί, όπως οι ανεμόμυλοι και οι νερόμυλοι, οι εγκαταστάσεις αντλιών κλπ

Η επίδραση του αραβικού πολιτισμού υπήρξε σημαντικότατη. Η ισλαμική όμως αρχιτεκτονική παρά τις τεχνικές γνώσεις που ανέπτυξε, παρέμεινε συνδεμένη με πάρα πολύ απλά οικοδομήματα και με τη μόνιμη χρησιμοποίηση, εξαιτίας της βυζαντινής παράδοσης, θόλων κατασκευασμένων με ελαφρά υλικά. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί γενικά και για την αρχιτεκτονική της Άπω Ανατολής, η οποία μετέφερε στις παγόδες το μεσοποταμικό μοτίβο των ναών με τη μορφή πύργου και δημιούργησε μια κομψότατη, αλλά όχι πολύ ανθεκτική οικιακή οικοδομική.

Το 15ο αι, στη Φλωρεντία, στη Ρώμη και σε άλλες ιταλικές πόλεις, ο Φίλιππο Μπρουνελέσκι και αργότερα ο Λεόν Μπατίστα Αλμπερτι, που ήταν όχι μόνο αρχιτέκτονες αλλά και με πλούσια καλλιέργεια ουμανιστές, αντίπαλοι της γοτθικής αρχιτεκτονικής,επανέφεραν τα πιο αυστηρά αρχιτεκτονικά στοιχεία της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας <κολόνες, κιονόκρανα, θριγκούς>. Χρησιμοποίησαν κατά κανόνα πλήρη τόξα και κατασκεύασαν οικοδομές οι οποίες στηρίζονταν περισσότερο στην ομορφιά του σχεδίου παρά συην τεχνική δεξιοτεχνία. Η Αναγέννηση γνώρισε μεγάλους καλλιτέχνες , <Μικελοτσο, Μπαλντασάρε Περουτσι, Σανγκάλλο, Ντονάτο Μπραμάντε, Μικέλε Σανμικέλι, Αντρέα Παλάντιο>, ενώ μεγάλοι ζωγράφοι και γλύπτες της ενδιαφέρθηκαν για την αρχιτεκτονική <Λεονάρντο, Ραφαήλ, Μιχαήλ- Άγγελος,Βαζάρι >. Δημιούργησε τον τύπο του σύγχρονου μεγάρου , δίνοντάς του διαστάσεις που ποτέ δεν είχε καθώς και το θόλο < οι θόλοι  του καθεδρικού ναού  της Φλωρεντίας και του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη συγκαταλέγονταν, όπως είναι γνωστό, ανάμεσα στα αριστουργήματα της αρχιτεκτονικής της Αναγέννησης>. Παρουσίασε και μια μνημειώδη κατασκευή στις εξοχικές επαύλεις, που συναγωνίζονταν τα μέγαρα των πόλεων. Από αρχιτεκτονική ωστόσο άποψη δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί  τον πλούτο των ιδεών του γοτθικού ρυθμού και έτσι μόνο μερικές διακοσμητικές ήταν οι καινοτομίες του μπαρόκ και του ροκοκό, μολονότι στην περίοδο του μπαρόκ, χάρη κυρίως στον Φραντσέσκο Μπορομίνι, η κάτοψη των κτιρίων απόκτησε μια πολύ ελεύθερη κίνηση και τα εσωτερικά έγιναν γραφικά, γοητευτικά και διακοσμήθηκαν πλούσια με τοιχογραφίες , αγάλματα, γύψινα κοσμήματα. Μια περισσότερο ριζική ανανέωση σημειώθηκε στο 19ο αι. όταν, παράλληλα με την επανεμφάνιση των κλασικών στοιχείων <κίονες, τόξα, αετώματα> και την απομίμηση όλων σχεδόν των αρχαίων και εξωτικών στιλ, πολεοδόμοι ,αρχιτέκτονες στρατιωτικών έργων και μηχανικοί άρχισαν να πειραματίζονται με νέα υλικά, όπως ο σίδηρος και ο χυτοσίδηρος, μελετώντας με προσοχή τις γοτθικές οικοδομές για να ανακαλύψουν τα μυστικά τους. Δημιουργήθηκαν έτσι καταπληκτικές σιδερένιες γέφυρες, ελαφρότατες, τολμηρότατοι οβελίσκοι, η Μόλε Αντονελιάνα του Τουρίνου, οικοδομήματα χωρίς ή σχεδόν χωρίς επένδυση παρουσιάζονται γυμνά στην κατασκευή τους, όπως ο Πύργος του Άιφελ στο Παρίσι. Στο Σικάγο, ήδη στο τέλος του 19ου αι. κατασκευάζονται με βάση τις αρχές αυτές οι πρώτοι σύγχρονοι ουρανοξύστες, απλούστατα οικοδομήματα από σίδερο η από μπετόν αρμέ με τοίχους οι οποίοι αποτελούνταν από μεγάλες τζαμαρίες και εσωτερικά πού χωρίζονται με ελαφρούς μεσότοιχους.    

Joomla templates by a4joomla