ΟΡΙΣΜΟΣ ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ


Ο όρος «βιοκλιµατική κατοικία» προσδιορίζει ένα κτίριο που εκµεταλλεύεται φυσικούς παράγοντες, αρχιτεκτονικές πρακτικές και το τοπικό κλίµα χρησιµοποιώντας συστήµατα θέρµανσης για τον δροσισµό του χώρου χωρίς να επιβαρύνει το περιβάλλον. ∆ηλαδή καταναλώνει λιγότερη ενέργεια για την ψύξη και την θέρµανση που χρειάζεται. Αυτό επιτυγχάνεται από τα υλικά που θα χρησιµοποιηθούν εξωτερικά και εσωτερικά της τοιχοποιίας. Επίσης η επιλογή οικοπέδου όπου θα δηµιουργήσετε µια σωστή βιοκλιµατική κατοικία θα πρέπει να έχει θέα προς τον νότο και κύριο άξονα κατά την φορά ανατολής-δύσης. Έτσι το κτίριο καλύπτεται από τους βορινούς ανέµους και αξιοποιεί σωστά τη θερµική ηλιακή ενέργεια.

ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΑΠΟ ΞΥΛΟ

Όµως υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που µπορούν να επηρεάσουν σηµαντικά την κατεύθυνση και την ένταση του αέρα. Το να βρίσκεται σε υψόµετρο, να υπάρχει µπροστά του µεγάλη κατηφόρα, µορφολογικές ανωµαλίες στο έδαφος ή η ύπαρξη ανοιχτής θάλασσας µπροστά στο οικόπεδο έχουν σαν αποτέλεσµα διαφορές στην θερµοκρασία. Ακόµα πρέπει να αποφεύγονται περιοχές που υπάρχουν καλώδια υπερύψηλης τάσης , πυλώνες της ∆ΕΗ , κεραίες κινητής τηλεφωνίας γιατί τα ηλεκτροµαγνητικά πεδία που δηµιουργούνται, εγκυµονούν σοβαρούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία.


Μια βιοκλιµατική κατοικία πρέπει να εστιάζεται στο θέµα της υγείας αυτών που θα την κατοικήσουν, γι’ αυτό επιλέγει κυρίως φυσικά υλικά τα οποία είναι φιλικά προς τον χρήστη. Η ποιότητα ζωής σε ένα βιοκλιµατικό σπίτι δεν συγκρίνεται µε αυτή του συµβατικού. Είναι ένα σπίτι σαν όλα τα άλλα, αλλά ταυτόχρονα τελείως διαφορετικό. Με την κατασκευή ενός βιοκλιµατικού σπιτιού έχουµε οικονοµία στην θέρµανση-ψύξη και συνεπώς µείωση των λογαριασµών που φτάνει το 70%.

 

Ανάγκες που οδήγησαν στον σχεδιασµό βιοκλιµατικών κατοικιών


Η συνεχής αύξηση των καταναλωτικών αγαθών, η υπερβολική αύξηση του πληθυσµού και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου οδήγησαν στην ταχεία αύξηση της ενεργειακής κατανάλωσης τα τελευταία είκοσι χρόνια. Η παραγωγή πετρελαίου έχει εξαπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, ενώ η ζήτηση σε ηλεκτρική ενέργεια δεκαπλασιάζεται ανά δέκα χρόνια. Η απερίσκεπτη χρήση µη ανανεώσιµων πηγών ενέργειας, έχει συµβάλλει στην αύξηση των εκπεµπόµενων ρύπων οι οποίοι καταστρέφουν τη στοιβάδα του όζοντος και έχουν υποβαθµίσει το περιβάλλον ραγδαία σε µεγάλο βαθµό καταστρέφοντας σταδιακά τα οικοσυστήµατα. Κύριοι υπαίτιοι αυτής της καταστροφής είναι οι βιοµηχανίες, οι µεταφορές, τα εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής αλλά και το ανθρωπογενές περιβάλλον δηλαδή ο συνολικός χώρος που έχει αναπτυχθεί από τις ανθρώπινες κατασκευές συµπεριλαµβανοµένων όλων των κτηρίων που καλύπτουν τις ανάγκες στέγασης, απασχόλησης και αναψυχής. Η πρώτη πετρελαϊκή κρίση το 1973, ανησύχησε τους επιστήµονες που ασχολούνταν µε τον σχεδιασµό και την κατασκευή κτηρίων και τους οδήγησε στη µελέτη και στην έρευνα νέων µορφών ενέργειας όπως η δηµιουργία ενός οικονοµικότερου, πρακτικότερου και πιο οικολογικού κτηρίου. Μια νέα ανάγκη γεννήθηκε για δυναµική προσέγγιση, όπου το κτήριο αντιµετωπιζόταν ως ένας ζωντανός οργανισµός κι όχι ως αντικείµενο κατανάλωσης και µαταιοδοξίας. Προς αυτή την κατεύθυνση ο παράγοντας «οικολογικής ισορροπίας» αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα σε κάθε σχέδιο, οδηγώντας τους µελετητές στη λύση της άµεσης εφαρµογής των αρχών της βιοκλιµατικής αρχιτεκτονικής και της οικολογικής κατασκευής.


Τα κτήρια επηρεάζουν το περιβάλλον µε πολλούς τρόπους κατά τη διάρκεια της κατασκευής, της λειτουργίας και της κατεδάφισης. Επίσης, το περιβάλλον έχει µεγάλη επίδραση στα κτήρια. Για να µπορεί να γίνει σωστά ο σχεδιασµός των κτηρίων θα πρέπει να υπάρχει πλήρης γνώση της αλληλεπίδρασης αυτής. Τα κτήρια των µεγάλων αστικών κέντρων επηρεάζουν τη δηµιουργία του περιβάλλοντος δυστυχώς όµως προκαλούν αρκετά προβλήµατα όπως η µεταβολή στην ισορροπία των κύριων συστατικών της ατµόσφαιρας, το νερό του εδάφους και του υπεδάφους λόγω των χηµικών εκποµπών που προέρχονται από τα αστικά λήµµατα και τα σκουπίδια. Αυτό το φαινόµενο είναι ιδιαίτερα έντονο στις περισσότερες µεγάλες πόλεις.


Παράλληλα η αλόγιστη χρήση συµβατικών πηγών ενέργειας έχει συµβάλει ενεργά στην αύξηση των εκποµπών ρυπογόνων αερίων που καταστρέφουν το όζον της ατµόσφαιρας και υποβαθµίζουν αισθητά το περιβάλλον, αφανίζοντας σταδιακά τα οικοσυστήµατά του. Ιδιαίτερη ευθύνη για την αυξανόµενη περιβαλλοντική κρίση πέραν της βιοµηχανίας και των µεταφορών, έχει η αλόγιστη κατανάλωση ενέργειας για ψύξη – θέρµανση στις δοµηµένες εκτάσεις και στις κτιριακές υποδοµές


Η εξάντληση των φυσικών πόρων προκύπτει από την εντατικότητα στην χρήση ενέργειας για τη δόµηση. Η χρήση των µη ανανεώσιµων πηγών ενέργειας έχει οδηγήσει στη βαθµιαία αύξηση της ατµοσφαιρικής ρύπανσης και του φαινοµένου του θερµοκηπίου. Επιπλέον η διατάραξη στους γεωβιολογικούς κύκλους του νερού, του οξυγόνου και του διοξειδίου του άνθρακα έχει ως αποτέλεσµα τις ασταθείς κλιµατικές αλλαγές σε ολόκληρες περιοχές, όπως η όξυνση της ατµοσφαιρικής ρύπανσης, του φαινοµένου του θερµοκηπίου και δηµιουργία όξινης βροχής.


Tο φαινόµενο του θερµοκηπίου είναι κατ’ αρχήν ένα φυσικό φαινόµενο. Οφείλεται στην ύπαρξη διοξειδίου του άνθρακα στην ατµόσφαιρα. Το CO2 είναι από τα σηµαντικότερα αέρια του ατµοσφαιρικού µίγµατος. Παρ’ όλο που αποτελεί µόνο το 0,003% του συνόλου του, παίζει καθοριστικό ρόλο στον προσδιορισµό του γήινου κλίµατος, διότι, ενώ το στρώµα του είναι διαπερατό από την ηλιακή ακτινοβολία, έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα να παγιδεύει µέρος της θερµικής εκποµπής της γης. Έτσι η θερµοκρασία του ατµοσφαιρικού περιβάλλοντος και της επιφάνειας του πλανήτη διατηρείται σε επίπεδα ανώτερα από αυτά που θα εµφανίζονταν χωρίς την παρουσία του CO2 και οι θερµοκρασιακές διακυµάνσεις µεταξύ ηµέρας και νύχτας αµβλύνονται σηµαντικά. ∆ιατηρείται λοιπόν στην επιφάνεια της γης µία θερµική συνθήκη αναγκαία και πρόσφορη για την ανάπτυξη της ζωής. Το διοξείδιο του άνθρακα και το µεθάνιο διατηρούν τη µέση θερµοκρασία του πλανήτη µας στους περίπου 15ο C πάνω από το µηδέν, ενώ χωρίς αυτά η µέση θερµοκρασία της γης θα ήταν στους -18ο C συνεπώς η γη θα ήταν παγωµένη παντού και ακατοίκητη.


Επικράτησε να λέγεται φαινόµενο του θερµοκηπίου, γιατί, όπως στο θερµοκήπιο τα τζάµια, έτσι και τα αέρια εµποδίζουν τη γη να ψυχθεί, ακτινοβολώντας προς το διάστηµα. Ένα µέρος λοιπόν της ηλιακής ακτινοβολίας κατά την είσοδο της, περνά αναλλοίωτη στην ατµόσφαιρα, φτάνει στην επιφάνεια του εδάφους και ακτινοβολείται προς τα πάνω µε µεγαλύτερο µήκος κύµατος. Ένα µέρος αυτής απορροφάται από την ατµόσφαιρα, τη θερµαίνει και επανεκπέµπεται στην επιφάνεια του εδάφους. Το στρώµα των αερίων λοιπόν, επιτρέπει τη διέλευση της ακτινοβολίας, την εγκλωβίζει και έτσι µοιάζει µε τη λειτουργία ενός θερµοκηπίου. Περίπου το 86% της κατακρατούµενης από την ατµόσφαιρα γήινης ακτινοβολίας, οφείλεται στην παρουσία υδρατµών, διοξειδίου του άνθρακα και νεφών. Οι υδρατµοί αποτελούν το πλέον ενεργό συστατικό, κατά ποσοστό 60%, ενώ µικρότερη συνεισφορά έχουν και τα αέρια µεθανίου, οξειδίου του νατρίου και όζοντος.


Μέσα σε τρία χρόνια, παγετώνες 11.000 ετών στη Σιβηρία έγιναν λίµνες. «Περιβαλλοντική χιονοστιβάδα» χαρακτηρίζουν το φαινόµενο, επιστήµονες που υποστηρίζουν, ότι το οριστικό λιώσιµο των πάγων στη Σιβηρία δεν θα αποφευχθεί. Μια ακόµα θλιβερή επιβεβαίωση των λόγων αυτών που εδώ και χρόνια κρούουν το κώδωνα του κινδύνου για τις συνέπειες που θα έχει το φαινόµενο του θερµοκηπίου σε όλο τον πλανήτη.


Για τον σχηµατισµό των πάγων η φύση χρειάστηκε χιλιάδες χρόνια και ο άνθρωπος κατάφερε να καταστρέψει αυτό το οικοσύστηµα µέσα σε µία µόλις τριετία, δήλωσε η Τζούντιθ Μαρκάου του πανεπιστηµίου της Οξφόρδης.


Τέλος, η χρήση ραδιενεργών και µη οικολογικών δοµικών υλικών έχει ως άµεσο αποτέλεσµα την πρόκληση προβληµάτων στην υγεία των ενοίκων και υποβάθµιση της ποιότητας ζωής, κάτι που οφείλεται στην εισπνοή τοξικών αερίων. Όλα αυτά προβληµάτισαν τους µηχανικούς στην εύρεση ενός νέου τρόπου οικοδόµησης των κατοικιών περισσότερο υγιή και φιλικό προς το περιβάλλον. Το αποτέλεσµα ήταν η στροφή προς τη Βιοκλιµατική Αρχιτεκτονική µε τη χρήση Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας και τεχνικών εξοικονόµησης ενέργειας.


Ανανεώσιµες Πηγές Ενέργειας


«Ανανεώσιµες πηγές» θεωρούνται γενικά οι εναλλακτικές των παραδοσιακών πηγών ενέργειας (π.χ. του πετρελαίου ή του άνθρακα), όπως η ηλιακή και η αιολική. Ο χαρακτηρισµός «ανανεώσιµες» είναι κάπως καταχρηστικός, µιας και ορισµένες από αυτές τις πηγές, όπως η γεωθερµική ενέργεια δεν ανανεώνονται σε κλίµακα χιλιετιών. Σε κάθε περίπτωση οι ΑΠΕ έχουν µελετηθεί ως λύση στο πρόβληµα της αναµενόµενης εξάντλησης των (µη ανανεώσιµων) αποθεµάτων ορυκτών καυσίµων. Τελευταία από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και από πολλά µεµονωµένα κράτη, υιοθετούνται νέες πολιτικές για τη χρήση ανανεώσιµων πηγών ενέργειας, που προάγουν τέτοιες εσωτερικές πολιτικές και για τα κράτη µέλη. Οι ΑΠΕ αποτελούν τη βάση του µοντέλου οικονοµικής ανάπτυξης της πράσινης οικονοµίας και κεντρικό σηµείο εστίασης της σχολής των οικολογικών οικονοµικών, η οποία έχει κάποια επιρροή στο οικολογικό κίνηµα.


Μια πρώτη σηµαντική µορφή ενέργειας είναι η ενέργεια του νερού όπου είναι δυνατόν να καλύπτουν µεγάλο µέρος των ενεργειακών αναγκών σε ώρες αιχµής, που το κόστος παραγωγής των σταθµών µε καύσιµα είναι µεγαλύτερο, ενώ ταυτόχρονα προσφέρουν και άλλες υπηρεσίες, όπως άρδευση, ύδρευση, αλλά και τη διαχείριση του υδάτινου δυναµικού, που ιδιαίτερα στη χώρα µας είναι άµεση ανάγκη. Περιβαλλοντικά, µε κατάλληλη µελέτη, όχι µόνο δεν δηµιουργούν αρνητικές επιπτώσεις, αλλά είναι δυνατόν να έχουµε θετικά αποτελέσµατα. Σηµειώνεται ότι στη χώρα µας, µε ολοκληρωµένη ανάπτυξη των υδροηλεκτρικών εργοστασίων, µπορούµε να καλύψουµε πάνω από 20% των ηλεκτροενεργειακών µας αναγκών.


Η ηλιακή ενέργεια είναι µια δεύτερη σηµαντική µορφή ΑΠΕ ιδιαίτερα στη χώρα µας, µε τη µεγάλη ηλιοφάνεια. Για θερµικές χρήσεις έχει γίνει σχετική αξιοποίηση, όµως υπάρχουν ακόµα, µε κατάλληλη πολιτική, σηµαντικά περιθώρια ανάπτυξής της. Αντίθετα σήµερα µε τις υπάρχουσες γνωστές τεχνολογίες, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τον ήλιο είναι εξαιρετικά αντιοικονοµική και δεν είναι λογική η αξιοποίησή της. Στο µέλλον η εξέλιξη της τεχνολογίας µπορεί να µας δώσει τέτοια δυνατότητα.


Μια τρίτη µορφή ΑΠΕ είναι η αιολική που παράγει ηλεκτροενέργεια (ανεµογεννήτριες). Το κόστος παραγωγής ηλεκτρισµού από αιολικά είναι περίπου διπλάσιο από το κόστος της ηλεκτρενέργειας, που παράγεται από λιγνίτη, όµως οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι µικρότερες από την παραγωγή ηλεκτρισµού από καύσιµα.


Η γεωθερµία είναι µία άλλη µορφή ΑΠΕ, που η δυνατότητα αξιοποίησης της εξαρτάται από τη γεωλογία κάθε περιοχής. Στη χώρα µας υπάρχουν ορισµένες δυνατότητες και για θερµική παραγωγή , αλλά και (λιγότερες) για ηλεκτρική παραγωγή.

ΑΠΕ ΚΑΙ ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΑ ΣΠΙΤΙΑ


Τέλος στις ΑΠΕ περιλαµβάνεται και η βιοµάζα, που παράγεται είτε από ανάπτυξη ειδικής γεωργικής παραγωγής είτε από παραπροϊόντα ξύλου, απορριµµάτων, κ.λπ. Οικονοµικά είναι εξεταστέα κατά περίπτωση η αξιοποίηση της, ενώ περιβαλλοντικά έχει και αρνητικά (π.χ. καύση και ρύπανση ατµόσφαιρας), αλλά και θετικά (π-χ. διευκόλυνση απόρριψης σκουπιδιών).
Πριν κλείσουµε αυτή τη σύντοµη παρέµβαση για τις ΑΠΕ, πρέπει να προστεθεί ότι µε τις σηµερινές υπάρχουσες τεχνολογίες , οι ΑΠΕ δεν µπορούν να καλύψουν τις µεγάλες ανάγκες σε ενέργεια της ανθρωπότητας και γι’ αυτό το λόγο είναι απαραίτητη η ανάπτυξη νέων ενεργειακών τεχνολογιών.
 

Joomla templates by a4joomla